Had better = 'd better

Η φράση had better ακολουθείται πάντα από απαρέμφατο (χωρίς to) και σημαίνει "θα ήταν καλύτερα να", χρησιμοποιείται δηλαδή για να δώσουμε συμβουλές ή να πούμε τι θα ήταν καλύτερο να γίνει. (You had better study more.)
Στην άρνηση χρησιμοποιούμε had better not + απαρέμφατο.
You had better not eat junk food.
Το "had better" είναι συνώνυμο με το "should" και το "ought to", συνήθως όμως χρησιμοποιείται για να αναφερθούμε σε συγκεκριμένες καταστάσεις, ενώ το should & ought to χρησιμοποιούνται για να δώσουμε συμβουλές γενικά.
Το had better χρησιμοποιείται μόνο για το παρόν & μέλλον και όχι για το παρελθόν. Δεν χρησιμοποιείται σε ερωτήσεις.
Θυμηθείτε ότι τα modals "should" & "ought to" όταν χρησιμοποιούνται για το παρελθόν ακολουθούνται από have + 3η στήλη (You should have seen a doctor.)

Would rather = 'd rather
Η φράση "would rather" σημαίνει "θα προτιμούσα να…", εκφράζει δηλαδή προτίμηση.
Ακολουθείται από απαρέμφατο χωρίς το "to" για το παρόν & μέλλον.
I would rather go to the cinema tonight.
Ακολουθείται από have + 3η στήλη για το παρελθόν.
I would rather have gone to the cinema last night.
Στην άρνηση χρησιμοποιούμε would rather not + απαρέμφατο για το παρόν.
I'd rather not eat right now.
& would rather not + have + 3η στήλη για το παρελθόν.
I'd rather not have listened to you.
Το "would rather" είναι συνώνυμο με το "prefer" και το "would prefer", η σύνταξή τους όμως διαφέρει.
Compare:
I would rather go out tonight.
I would prefer to go out tonight. (συγκεκριμένη προτίμηση)
I prefer going out at nights. (γενική προτίμηση)
Προτιμώ κάτι από κάτι άλλο – Compare:
I would rather walk than drive today.
I would prefer to walk rather than drive today.
I prefer walking to driving.
I prefer tennis to basketball.

Let sb do sth – Allow sb to do sth
Τα ρήματα "let" & "allow" είναι συνώνυμα, σημαίνουν "επιτρέπω, αφήνω κάποιον να κάνει κάτι", αλλά συντάσσονται διαφορετικά.
Στην ενεργητική φωνή
My parents let me go to the party.
My parents allowed me to go to the party.
Στην παθητική φωνή δεν χρησιμοποιούμε το ρήμα "let"
I was allowed to go to the party.
Make sb do sth
Η φράση "make sb do sth" σημαίνει "αναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι" .
Στην ενεργητική φωνή ακολουθείται από απαρέμφατο χωρίς το "to"
My parents made me do the washing-up.
Στην παθητική φωνή ακολουθείται από "to + απαρέμφατο"
I was made to do the washing-up.
Μπορεί επίσης να ακολουθείται από επίθετο, αλλά τότε δεν σημαίνει "αναγκάζω"
You make me happy.
Θυμηθείτε:

Time for practice
clubefl quizzes had better & would rather
had better match ex1 had better match ex2
should/ought to/had better choose should/ought to/had better fill in
should/ought to/had better correct the mistakes had better/would rather fill in
would rather/prefer fill in ex1 would rather/prefer fill in ex2
would rather/prefer exs expressing preference ex1 expressing preference ex2
let match make & let exs let & make choose let/allow fill in
let/have/make fill in 'd = had or would?
Time for games
had better theory rally game should/ought to/had better basketball game








